Η παράλυση Bell πήρε το όνομά της από τον Βρετανό γιατρό Charles Bell, ο οποίος περιέγραψε για πρώτη φορά τη διαταραχή της κινητικότητας της μιας πλευράς του προσώπου, που σχετίζεται με τη δυσλειτουργία του προσωπικού νεύρου.
Η κατάσταση αφορά το προσωπικό νεύρο, το οποίο διέρχεται μέσα από μια στενή οστέινη δίοδο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παράγοντες όπως ιογενείς λοιμώξεις, εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος ή καταστάσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης έχουν συσχετιστεί με την εμφάνισή της, χωρίς όμως να έχει πλήρως αποσαφηνιστεί η ακριβής αιτιολογία.
Η παράλυση Bell εμφανίζεται συνήθως σε άτομα νεαρής και μέσης ηλικίας και χαρακτηρίζεται από αιφνίδια έναρξη συμπτωμάτων, τα οποία εξελίσσονται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Η φυσικοθεραπευτική παρέμβαση αποτελεί μέρος της αποκατάστασης και στοχεύει στη λειτουργική επανεκπαίδευση των μυών του προσώπου και στη βελτίωση της κινητικότητας, στο πλαίσιο μιας συνολικής θεραπευτικής παρακολούθησης.Adding {{itemName}} to cart
Added {{itemName}} to cart